navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › συγχρονοσκόπιο

συγχρονοσκόπιο

το, ουσ.

(τεχνολ.) ηλεκτρική συσκευή που χρησιμεύει στο συγχρονισμό της λειτουργίας μηχανών ίσης συχνότητας και τάσης για να λειτουργούν παράλληλα μεταξύ τους.

Ετυμολογία

< σύγχρον(ος) -ο- + -σκόπιο < αρχ. σκοπέω/-ῶ [= παρατηρώ ή επιτηρώ κάτι].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «συγχρονοσκόπιο», σ. 796. https://navalhistory.gr/lexiko/συγχρονοσκοπιο/