navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › συγχρονίζω

συγχρονίζω

ρ. [μετβ.]

  1. φροντίζω για την ταυτόχρονη και ομαλή λειτουργία μηχανημάτων ή συστημάτων, για την πετυχημένη εξέλιξη δρώμενων
  2. (συνεκδ.) κάνω κάτι τεχνικά μοντέρνο, εκμοντερνίζω.

Ετυμολογία

< μτγν. συγχρονίζω.

Παράγωγα

συγχρονισμός, συγχρονιστικός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «συγχρονίζω», σ. 796. https://navalhistory.gr/lexiko/συγχρονιζω/