συγχρονίζω
ρ. [μετβ.]
- φροντίζω για την ταυτόχρονη και ομαλή λειτουργία μηχανημάτων ή συστημάτων, για την πετυχημένη εξέλιξη δρώμενων
- (συνεκδ.) κάνω κάτι τεχνικά μοντέρνο, εκμοντερνίζω.
Ετυμολογία
< μτγν. συγχρονίζω.
Παράγωγα
συγχρονισμός, συγχρονιστικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «συγχρονίζω», σ. 796. https://navalhistory.gr/lexiko/συγχρονιζω/