στροβιλοσυμπιεστής
ο, ουσ.
(τεχνολ.) μηχανισμός σε κινητήρες εσωτερικής καύσης που αξιοποιεί τα παραγόμενα καυσαέρια για αύξηση της μηχανικής ιπποδύναμης και ελαχιστοποίηση του οικονομικού κόστους κίνησης, συνών. τούρμπο, τουρμπίνα.
Ετυμολογία
< στρόβιλ(ος) -ο- + συμπιεστής.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στροβιλοσυμπιεστής», σσ. 793-794. https://navalhistory.gr/lexiko/στροβιλοσυμπιεστησ/