στήσιμο
το, ουσ.
- τοποθέτηση αντικειμένου σε κατακόρυφη θέση, σε όρθια θέση
- εγκαθίδρυση
- συναρμολόγηση μηχανής
- αναμονή και μη ανταπόκριση σε προγραμματισμένο ραντεβού.
Ετυμολογία
< στήνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στήσιμο», σ. 786. https://navalhistory.gr/lexiko/στησιμο/