navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › στήσιμο

στήσιμο

το, ουσ.

  1. τοποθέτηση αντικειμένου σε κατακόρυφη θέση, σε όρθια θέση
  2. εγκαθίδρυση
  3. συναρμολόγηση μηχανής
  4. αναμονή και μη ανταπόκριση σε προγραμματισμένο ραντεβού.

Ετυμολογία

< στήνω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στήσιμο», σ. 786. https://navalhistory.gr/lexiko/στησιμο/