navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › στηρίζω

στηρίζω

ρ. [μετβ.]

  1. κάνω κάτι στέρεο, σταθερό, σταθεροποιώ
  2. βοηθώ κάποιον να σταθεί όρθιος
  3. (μτφ.) προσφέρω υλική και ηθική υποστήριξη σε κάποιον, προστατεύω, συμπαραστέκομαι.

Ετυμολογία

< αρχ. στηρίζω.

Παράγωγα

στήριγμα, στηρικτής, στήριξη.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στηρίζω», σ. 786. https://navalhistory.gr/lexiko/στηριζω/