στεγνωτικός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που έχει σχέση με το στέγνωμα
- [το ουδ. ως ουσ.] το στεγνωτικό, γενικότερη ονομασία ξηραντικής ουσίας που χρησιμοποιείται στα χρώματα βαφής, βερνίκια κ.λπ.
Ετυμολογία
< στεγνω(νω)- + -τικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στεγνωτικός», σ. 784. https://navalhistory.gr/lexiko/στεγνωτικοσ/