navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › στεγνωτικός

στεγνωτικός

-ή, -ό, επίθ.

  1. αυτός που έχει σχέση με το στέγνωμα
  2. [το ουδ. ως ουσ.] το στεγνωτικό, γενικότερη ονομασία ξηραντικής ουσίας που χρησιμοποιείται στα χρώματα βαφής, βερνίκια κ.λπ.

Ετυμολογία

< στεγνω(νω)- + -τικός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στεγνωτικός», σ. 784. https://navalhistory.gr/lexiko/στεγνωτικοσ/