στεγνώνω
ρ.
- [μετβ.] αφαιρώ την υγρασία από κάποιο σώμα, το κάνω στεγνό
- [αμετβ.] α) γίνομαι στεγνός, ξηραίνομαι, β) αδυνατίζω.
Ετυμολογία
< στεγν(ῶ) -ώνω [= κάνω κάτι να είναι αδιαπέραστο από το νερό].
Παράγωγα
στέγνωμα [= η αφαίρεση υγρασίας από κάποιο σώμα], στεγνωτήρας.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στεγνώνω», σ. 784. https://navalhistory.gr/lexiko/στεγνωνω/