σπινθηριστής
ο, ουσ.

- (μηχανολ.) συσκευή ανάφλεξης μείγματος καυσίμου σε μηχανή εσωτερικής καύσης, συνών. αναφλεκτήρας, μπουζί, αναφλέκτης
- αυτοτελής μονάδα παραγωγής σπινθήρα
- (φρ.) «σπινθηριστής μαγνησίου / έκτακτης ανάγκης / μανιταριού / στεγανός / καυστήρα».
Ετυμολογία
< απόδοση του γαλλ. éclateur < p. éclater [= λάμπω, αστράφτω].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σπινθηριστής», σ. 778. https://navalhistory.gr/lexiko/σπινθηριστησ/