navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σπινθηριστής

σπινθηριστής

ο, ουσ.

σπινθηριστής, εικόνα από το έντυπο
  1. (μηχανολ.) συσκευή ανάφλεξης μείγματος καυσίμου σε μηχανή εσωτερικής καύσης, συνών. αναφλεκτήρας, μπουζί, αναφλέκτης
  2. αυτοτελής μονάδα παραγωγής σπινθήρα
  3. (φρ.) «σπινθηριστής μαγνησίου / έκτακτης ανάγκης / μανιταριού / στεγανός / καυστήρα».

Ετυμολογία

< απόδοση του γαλλ. éclateur < p. éclater [= λάμπω, αστράφτω].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σπινθηριστής», σ. 778. https://navalhistory.gr/lexiko/σπινθηριστησ/