σπινθήρας
ο, ουσ.
- σπίθα
- (ηλεκτρολ.) «ηλεκτρικός σπινθήρας», η λάμψη που παράγεται κατά την ένωση δύο ετερώνυμων ηλεκτρικών φορτίων
- (μηχανολ.) σπίθα προερχόμενη από το μπουζί [αναφλεκτήρας] μηχανής εσωτερικής καύσης
- (μτφ.) πνευματική αναλαμπή
- (μτφ.) οτιδήποτε αποτελεί αιτία ή αφορμή κάποιας ενέργειας ή κατάστασης.
Ετυμολογία
< [για την 1η, 4η και 5η ερμ. εκδ.] αρχ. σπινθήρ, αιτ. -ῆρα, [για την 2η και 3η ερμ. εκδ.] σημδ. από την αγγλ. spark ή τη γαλλ. étincelle.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σπινθήρας», σ. 777. https://navalhistory.gr/lexiko/σπινθηρασ/