navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σπινθήρας

σπινθήρας

ο, ουσ.

  1. σπίθα
  2. (ηλεκτρολ.) «ηλεκτρικός σπινθήρας», η λάμψη που παράγεται κατά την ένωση δύο ετερώνυμων ηλεκτρικών φορτίων
  3. (μηχανολ.) σπίθα προερχόμενη από το μπουζί [αναφλεκτήρας] μηχανής εσωτερικής καύσης
  4. (μτφ.) πνευματική αναλαμπή
  5. (μτφ.) οτιδήποτε αποτελεί αιτία ή αφορμή κάποιας ενέργειας ή κατάστασης.

Ετυμολογία

< [για την 1η, 4η και 5η ερμ. εκδ.] αρχ. σπινθήρ, αιτ. -ῆρα, [για την 2η και 3η ερμ. εκδ.] σημδ. από την αγγλ. spark ή τη γαλλ. étincelle.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σπινθήρας», σ. 777. https://navalhistory.gr/lexiko/σπινθηρασ/