σκοπεύω
ρ. [μετβ.]
- σημαδεύω με όπλο, επικεντρώνοντας την προσοχή μου προς τον επιθυμητό στόχο
- (μτφ.) έχω σκοπό να κάμω κάτι, προτίθεμαι ή σκέφτομαι να κάνω κάτι.
Ετυμολογία
< αρχ. σκοπεύω [= παρατηρώ].
Παράγωγα
σκόπευση, σκοπευτικός, σκοπευτής, σκοπευτήριο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκοπεύω», σ. 768. https://navalhistory.gr/lexiko/σκοπευω/