navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σκοπεύω

σκοπεύω

ρ. [μετβ.]

  1. σημαδεύω με όπλο, επικεντρώνοντας την προσοχή μου προς τον επιθυμητό στόχο
  2. (μτφ.) έχω σκοπό να κάμω κάτι, προτίθεμαι ή σκέφτομαι να κάνω κάτι.

Ετυμολογία

< αρχ. σκοπεύω [= παρατηρώ].

Παράγωγα

σκόπευση, σκοπευτικός, σκοπευτής, σκοπευτήριο.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκοπεύω», σ. 768. https://navalhistory.gr/lexiko/σκοπευω/