σκοπευτήριο
το, ουσ.
υπαίθριος ή κλειστός χώρος, κατάλληλα διαμορφωμένος για εξάσκηση σκοποβολής, συνών. σκοποβολείο.
Ετυμολογία
< μτγν. σκοπευτήριον, με αρχική σημ. [= σκοπιά, παρατηρητήριο] < αρχ. σκοπεύω + [επίθημα] -τήριον.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκοπευτήριο», σ. 768. https://navalhistory.gr/lexiko/σκοπευτηριο/