navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σκι

σκι

το, άκλ. ουσ.

  1. είδος χιονοπέδιλου ή παρόμοιου πέδιλου για την επιφάνεια της θάλασσας
  2. (συνεκδ.) άθλημα που πραγματοποιείται στο χιόνι, χιονοδρομία, ή στην επιφάνεια υδάτινου τόπου
  3. (φρ.) «θαλάσσιο σκι», θαλάσσιο άθλημα.

Ετυμολογία

< αγγλ. ή γαλλ. ski < νορβηγ. ski < αρχ. νορβηγ. skith [= κομμάτι ξύλου, χιονοπέδιλο].

Παράγωγα

σκιέρ.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκι», σσ. 766-767. https://navalhistory.gr/lexiko/σκι/