σκι
το, άκλ. ουσ.
- είδος χιονοπέδιλου ή παρόμοιου πέδιλου για την επιφάνεια της θάλασσας
- (συνεκδ.) άθλημα που πραγματοποιείται στο χιόνι, χιονοδρομία, ή στην επιφάνεια υδάτινου τόπου
- (φρ.) «θαλάσσιο σκι», θαλάσσιο άθλημα.
Ετυμολογία
< αγγλ. ή γαλλ. ski < νορβηγ. ski < αρχ. νορβηγ. skith [= κομμάτι ξύλου, χιονοπέδιλο].
Παράγωγα
σκιέρ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκι», σσ. 766-767. https://navalhistory.gr/lexiko/σκι/