navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σκιά

σκιά

η, ουσ.

  1. το μέρος του χώρου στο οποίο δεν φτάνει το φως εξαιτίας της παρεμβολής κάποιου αντικειμένου μπροστά από την φωτεινή πηγή
  2. είδος γυναικείου καλλυντικού για το βάψιμο των ματιών
  3. μέρος προφυλαγμένο από τον ήλιο
  4. (μτφ.) άνθρωπος υπερβολικά αδύνατος.

Ετυμολογία

< αρχ. σκιά.

Παράγωγα

σκιάζω, σκιάδι.

Σύνθετα

σκιαγράφημα, σκιαγραφία, σκιαγραφώ, σκιαμαχία, σκιαμαχώ, σκιοφοβία, φωτοσκίαση.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκιά», σ. 767. https://navalhistory.gr/lexiko/σκια/