navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σαθρός

σαθρός

-ή, -ό, επίθ.

  1. αυτός που έχει παλιώσει, που έχει φθαρεί από τη χρήση, που έχει χάσει την σταθερότητά του, συνών. ετοιμόρροπος, σάπιος, σακάτικος, ξεχαρβαλωμένος, σαραβαλιασμένος, αντών. γερός, στέρεος, ανθεκτικός
  2. (μτφ.) αυτός που δεν έχει στέρεες βάσεις, που εύκολα ανατρέπεται ή απορρίπτεται.

Ετυμολογία

< αρχ. σαθρός.

Παράγωγα

σαθρότητα.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σαθρός», σ. 740. https://navalhistory.gr/lexiko/σαθροσ/