σαθρός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που έχει παλιώσει, που έχει φθαρεί από τη χρήση, που έχει χάσει την σταθερότητά του, συνών. ετοιμόρροπος, σάπιος, σακάτικος, ξεχαρβαλωμένος, σαραβαλιασμένος, αντών. γερός, στέρεος, ανθεκτικός
- (μτφ.) αυτός που δεν έχει στέρεες βάσεις, που εύκολα ανατρέπεται ή απορρίπτεται.
Ετυμολογία
< αρχ. σαθρός.
Παράγωγα
σαθρότητα.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σαθρός», σ. 740. https://navalhistory.gr/lexiko/σαθροσ/