ρόχθος
ο, ουσ.
ο ήχος των κυμάτων ή των νερών ενός ποταμού που κυλά ορμητικά, ή ενός καταρράχτη.
Ετυμολογία
< αρχ. ῥόχθος < ῥοχθέω [= θορυβώ].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρόχθος», σ. 736. https://navalhistory.gr/lexiko/ροχθοσ/