navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ρ › ροκανίδι και ρουκανίδι

ροκανίδι

Και: ρουκανίδι

το, ουσ.

ροκανίδι και ρουκανίδι, εικόνα από το έντυπο

λεπτή φλούδα ξύλου που έχει αφαιρεθεί από το ξύσιμο ξύλινης επιφάνειας με ροκάνι ή με σκαρπέλο ή με ξεχονδριστήρα, συνών. πλανίδι, πλαναδούρι.

Ετυμολογία

< ροκάνι + [επίθημα] -ίδι.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ροκανίδι και ρουκανίδι», σ. 734. https://navalhistory.gr/lexiko/ροκανιδι-και-ρουκανιδι/