navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πλανίδι και πλαναδούρι

πλανίδι

Και: πλαναδούρι

το, ουσ.

λεπτή φλούδα ξύλου που προέρχεται από το πλάνισμα, δηλ. το ροκάνισμα, συνών. ροκανίδι.

Ετυμολογία

δες ετυμ. πλάνη.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλανίδι και πλαναδούρι», σ. 669. https://navalhistory.gr/lexiko/πλανιδι-και-πλαναδουρι/