ρίψη
η, ουσ.
- ρίξιμο αντικειμένου από κάποιο ύψος
- εκπυρσοκρότηση όπλου
- (πληθ.) οι ρίψεις, αγωνίσματα στίβου που περιλαμβάνουν το ακόντιο, τον δίσκο, τη σφαίρα και τη σφαιροβολία.
Ετυμολογία
< ρίπτω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρίψη», σ. 733. https://navalhistory.gr/lexiko/ριψη/