navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ρ › ρίψη

ρίψη

η, ουσ.

  1. ρίξιμο αντικειμένου από κάποιο ύψος
  2. εκπυρσοκρότηση όπλου
  3. (πληθ.) οι ρίψεις, αγωνίσματα στίβου που περιλαμβάνουν το ακόντιο, τον δίσκο, τη σφαίρα και τη σφαιροβολία.

Ετυμολογία

< ρίπτω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρίψη», σ. 733. https://navalhistory.gr/lexiko/ριψη/