ρίσκο
το, ουσ.
- κίνδυνος
- παράτολμη ενέργεια.
Ετυμολογία
< αγγλ. risk, ή
ή < γαλλ. risque, ή
ή < ιταλ. risco, rischio (η αρχική σημασία της λ. φανέρωνε τον κίνδυνο στη θάλασσα ή σε κάποια στρατιωτική επιχείρηση) < αβέβαιου ετύμου < ίσως, παλαιό ιταλ. risico < μσν. λατιν. risicum, ίσως από το μσν. ριζικόν (ετυμολογική εκδοχή που παρουσιάζει στο λεξικό του ο καθηγητής Γ. Μπαμπινιώτης).
Παράγωγα
ρισκάρω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρίσκο», σ. 733. https://navalhistory.gr/lexiko/ρισκο/