ραδιοσταθμός
ο, ουσ.
(τεχνολ.) α) ειδικά διαμορφωμένος κλειστός χώρος, εξοπλισμένος με συσκευές εκπομπής και λήψης ραδιοφωνικών σημάτων και μηνυμάτων, (φρ.) «επίσημος / ερασιτεχνικός / πειρατικός / ιδιωτικός / κρατικός / εμπορικός / κοινής ωφελείας / χαμηλής στάθμης / μικρής ισχύος / παράκτιος ραδιοσταθμός», β) ραδιοφάρος [δες λ.].
Ετυμολογία
< ραδιο2- + σταθμός, απόδ. από την αγγλ. broadcasting station.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ραδιοσταθμός», σ. 724. https://navalhistory.gr/lexiko/ραδιοσταθμοσ/