ραδιομαγνητόφωνο
το, ουσ.
(τεχνολ.) ηχητική συσκευή, που συνδυάζει ραδιοδέκτη και μαγνητόφωνο σε μία μονάδα.
Ετυμολογία
< ραδιο2- + μαγνητόφωνο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ραδιομαγνητόφωνο», σ. 723. https://navalhistory.gr/lexiko/ραδιομαγνητοφωνο/