ράβδος
η, ουσ.
1. μακρύ κυλινδρικό ξύλο ή σίδερο που χρησιμεύει για στήριγμα ή ως πρόχειρο όπλο, συνών. ραβδί, βέργα, μπαστούνι, μαγκούρα, κλομπ, (φρ.) «ποιμαντορική / ποιμαντική ράβδος», [εκκλ.] η πατερίτσα, «ράβδος χρυσού», χρυσός που με χύτευση έχει τη μορφή μικρού τούβλου, «ράβδος ηλεκτρικού αγωγού / στήριξης αυλού υπερθερμαντήρα / συνδετική», «η αγία ράβδος», ο ξυλοδαρμός, (παροιμ.) «όπου δεν πίπτει λόγος πίπτει ράβδος», για μορφή τιμωρίας.
Ετυμολογία
< αρχ. ῥάβδος.
Παράγωγα
ραβδί, ραβδώνω.
Σύνθετα
ραβδόγλυφος, ραβδοσκαπάνη, ραβδοσκόπος.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ράβδος», σ. 720. https://navalhistory.gr/lexiko/ραβδοσ/