πτυχίο
το, ουσ.
πιστοποιητικό σπουδών, κυρίως πανεπιστημιακής σχολής, που βεβαιώνει την ολοκλήρωση της φοίτησης του προσώπου όπου ο τίτλος αναγράφει, συνών. δίπλωμα.
Ετυμολογία
< πτυχ(ή) -ίον.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πτυχίο», σ. 714. https://navalhistory.gr/lexiko/πτυχιο/