πρωτόκολλο
το, ουσ.
- βιβλίο δημόσιας αρχής στο οποίο καταγράφεται κάθε έγγραφο [παραστατικό] που κατατίθεται, με αύξοντα αριθμό, χρονολογία παραλαβής και μικρή περίληψη του θέματος αναφοράς, (φρ.) «πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής … / λιμένος / συνεργασίας / ασφαλείας κ.ά.»,
- (νομ.) κάθε έγγραφο με το οποίο πιστοποιείται πράξη που έγινε κυρίως από διοικητικό υπάλληλο
- η υπηρεσία που είναι υπεύθυνη για την τήρηση του παραπάνω βιβλίου αλλά και τα γραφεία όπου στεγάζεται αυτή
- διπλωματικό έγγραφο, όπου καταγράφονται τα συμφωνηθέντα
- το σύνολο των κανόνων της εθιμοτυπίας στις δημόσιες συναντήσεις των πολιτειακών εκπροσώπων.
Ετυμολογία
< μτγν. πρωτόκολλον < πρώτο- + -κολλον < κόλλα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πρωτόκολλο», σ. 713. https://navalhistory.gr/lexiko/πρωτοκολλο/