προωστικός
-ή, -ό, επίθ.
α) αυτός που είναι κατάλληλος για προώθηση, β) ο τρόπος ή το σύστημα με το οποίο προωθείται ένα πλωτό μέσο, όπως μία φορτηγίδα ή βάρκα.
Ετυμολογία
< μτγν. προωστικός < αρχ. προωθῶ.
Επιρρήματα
προωστικῶς και προωστικά [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «προωστικός», σ. 710. https://navalhistory.gr/lexiko/προωστικοσ/