navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › προχωράω, -ώ

προχωράω, -ώ

ρ.

  1. [αμετβ.] α) βαδίζω προς τα εμπρός, β) (μτφ.) προοδεύω, εξελίσσομαι, γ) (μτφ. για χρόνο) διαβαίνω, κυλώ, δ) απλώνομαι, παίρνω διαστάσεις
  2. [μετβ.] συνεχίζω κάτι.

Ετυμολογία

< αρχ. προχωρῶ < προ- + -χωρώ < χώρος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «προχωράω, -ώ», σ. 710. https://navalhistory.gr/lexiko/προχωραω-ω/