προχωράω, -ώ
ρ.
- [αμετβ.] α) βαδίζω προς τα εμπρός, β) (μτφ.) προοδεύω, εξελίσσομαι, γ) (μτφ. για χρόνο) διαβαίνω, κυλώ, δ) απλώνομαι, παίρνω διαστάσεις
- [μετβ.] συνεχίζω κάτι.
Ετυμολογία
< αρχ. προχωρῶ < προ- + -χωρώ < χώρος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «προχωράω, -ώ», σ. 710. https://navalhistory.gr/lexiko/προχωραω-ω/