προχθές
κ. προχτές κ. (λαϊκ.) προψές, επίρρ.
την προ-προηγούμενη μέρα, δηλ. την ημέρα πριν από τη χθεσινή, αντών. μεθαύριο.
Ετυμολογία
< μτγν. προχθές < προ- [αρχ.] (ἐ)χθές.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «προχθές», σ. 710. https://navalhistory.gr/lexiko/προχθεσ/