πλωτός
-ή, -ό, επίθ.

- αυτός που μπορεί κάποιος να τον (δια)πλεύσει
- αυτός που επιπλέει στο νερό, (φρ.) «πλωτός ποταμός / γερανός / φάρος / υφαλοδείκτης / όρχος», «πλωτή κατασκευή / άγκυρα / αποβάθρα / εξέδρα / γέφυρα / δεξαμενή», «πλωτό νοσοκομείο / εστιατόριο / ξενοδοχείο / σπίτι / ασθενοφόρο / φράγμα / μουσείο / αγκυροβόλιο / ναυπήγημα» κ.ά.
- (λογοτ.) α) «η πλωτή πόλη», μυθιστόρημα της Μάρως Δούκα, εκδ. Πατάκη, β) [φωτό: «Πλωτή πολιτεία», (γαλλ. Une Ville Flottant) μυθιστόρημα του Ιουλίου Βερν].
Ετυμολογία
< αρχ. πλωτός, -ή, -όν, < πλώω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλωτός», σ. 679. https://navalhistory.gr/lexiko/πλωτοσ/