navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πλωριός

πλωριός

-ιά, -ιό, επίθ.

(ναυτ. - λαϊκότρ.) αυτός που βρίσκεται προς το μέρος της πλώρης, συνών. πρωραίος, αντών. πρυμιός, πρυμνήσιος, πρυμναίος, (φρ.) «πλωριός κούντρος ή κοντραπαπαφίγγος», δηλ. το συπάριο, «πλωριός παπαφίγγος», δηλ. το φωσώνιο, «πλωριό κατάρτι», δηλ. το τουρκέτο.

Ετυμολογία

< πλώρ(η) + -ιός, αρχ. πρῳραῖος.

Συνώνυμα στο λεξικό

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλωριός», σ. 678. https://navalhistory.gr/lexiko/πλωριοσ/