πλήρης
-ης, -ες, επίθ.
- (κυρίως για κλειστούς χώρους ή δοχεία) αυτός που είναι γεμάτος, αντών. κενός, άδειος
- (λογοτ.) *«Οι άνθρωποι γνωρίζουν τα γινόμενα. / Τα μέλλοντα γνωρίζουν οι θεοί, / πλήρεις και μόνοι κάτοχοι πάντων των φώτων»,
- άφθονος
- εμπεριστατωμένος
- άψογα κατασκευασμένος, στον απόλυτο βαθμό
- (μτφ.) αυτός που συναισθηματικά είναι δοσμένος σε αυτό που έχει επιλέξει.
Ετυμολογία
< αρχ. πλήρης.
Επιρρήματα
πλήρως [επίρρ.]. ΣΧΟΛΙΟ: Από το ποίημα του Κ. Π. Καβάφη «Σοφοί δε προσιόντων», απόσπασμα από το βιβλίον VIII, «Τὰ ἐς τὸν Τυανέα Ἀπολλώνιον» του *Φλάβιου Φιλόστρατου, «Θεοὶ μὲν γὰρ μελλόντων, ἂνθρωποι δὲ γιγνομένων,σοφοὶ δὲ προσιόντων αἰσθάνονται».
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλήρης», σσ. 673-674. https://navalhistory.gr/lexiko/πληρησ/