navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πλήρης

πλήρης

-ης, -ες, επίθ.

  1. (κυρίως για κλειστούς χώρους ή δοχεία) αυτός που είναι γεμάτος, αντών. κενός, άδειος
  2. (λογοτ.) *«Οι άνθρωποι γνωρίζουν τα γινόμενα. / Τα μέλλοντα γνωρίζουν οι θεοί, / πλήρεις και μόνοι κάτοχοι πάντων των φώτων»,
  3. άφθονος
  4. εμπεριστατωμένος
  5. άψογα κατασκευασμένος, στον απόλυτο βαθμό
  6. (μτφ.) αυτός που συναισθηματικά είναι δοσμένος σε αυτό που έχει επιλέξει.

Ετυμολογία

< αρχ. πλήρης.

Επιρρήματα

πλήρως [επίρρ.]. ΣΧΟΛΙΟ: Από το ποίημα του Κ. Π. Καβάφη «Σοφοί δε προσιόντων», απόσπασμα από το βιβλίον VIII, «Τὰ ἐς τὸν Τυανέα Ἀπολλώνιον» του *Φλάβιου Φιλόστρατου, «Θεοὶ μὲν γὰρ μελλόντων, ἂνθρωποι δὲ γιγνομένων,σοφοὶ δὲ προσιόντων αἰσθάνονται».

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλήρης», σσ. 673-674. https://navalhistory.gr/lexiko/πληρησ/