navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πλατύς

πλατύς

-ιά, -ύ, επίθ.

  1. αυτός που έχει αρκετά μεγάλο πλάτος, φάρδος, συνών. ευρύς. αντών. στενός
  2. (μτφ.) α) αυτός που δεν είναι περιορισμένος, β) αυτός που είναι λεπτομερειακός, διεξοδικός, εξαντλητικός.

Ετυμολογία

< αρχ. πλατύς.

Σύνθετα

πλατύσκαλο, πλατυποδία, πλατύρρυγχος, πλατύβαθρο, πλατύσωμος, πλατύφυλλος, πλατύχωρος, πλατύστερνος, πλατύστομος, πλατυπόδαρος κ.ά.

Επιρρήματα

πλατιά [επίρρ.].

Συνώνυμα στο λεξικό

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλατύς», σ. 670. https://navalhistory.gr/lexiko/πλατυσ/