πλατύστομος
-η, -ο, επίθ.
- [συνήθως για αγγεία] αυτός που έχει φαρδύ στόμιο
- (μτφ.) αυτός που λέει μεγάλα λόγια.
Ετυμολογία
< πλατύ- + στόμ(α) -ος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλατύστομος», σ. 670. https://navalhistory.gr/lexiko/πλατυστομοσ/