navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › περιοχή

περιοχή

η, ουσ.

  1. μικρή ή μεγάλη έκταση γης
  2. τόπος δικαιοδοσίας κάποιου άλλου ατόμου
  3. χώρος επιστημονικής ή καλλιτεχνικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας
  4. (φρ.) «αλιευτική / επάκτιος / επισφαλής / κυκλώνων / θυελλών / λιμένος / ναυπηγείου / πολική / αρκτική / θαλάσσια / παγετώνων / πυρηνικών δοκιμών / Natura 2.000 / μητροπολιτική περιοχή κ.ά.».

Ετυμολογία

< αρχ. περιοχή. Νόησις Τα χρόνια της νεότητός μου, ο ηδονικός μου βίος πώς βλέπω τώρα καθαρά το νόημά των. Τί μεταμέλειες περιττές, τί μάταιες… Αλλά δεν έβλεπα το νόημα τότε. Μέσα στον έκλυτο της νεότητός μου βίο μορφώνονταν βουλές της ποιήσεώς μου, σχεδιάζονταν της τέχνης μου η περιοχή. Γι’ αυτό κ’ οι μεταμέλειες σταθερές ποτέ δεν ήσαν. Κι οι αποφάσεις μου να κρατηθώ, ν’ αλλάξω διαρκούσαν δυο εβδομάδες το πολύ. [Κωνσταντίνος Καβάφης]

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «περιοχή», σσ. 653-654. https://navalhistory.gr/lexiko/περιοχη/