navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › περιορισμός

περιορισμός

ο, ουσ.

η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του περιορίζω [δες λ.]:

  1. η παρεμπόδιση της κίνησης, της ανάπτυξης, της προόδου, της επέκτασης, της παραγωγικότητας ή της καταναλωτικότητας κάποιου προσώπου
  2. στέρηση της ελευθερίας κάποιου προσώπου, φυλάκιση
  3. (ειδικότ.) ελαφριά πειθαρχική ποινή που επιβάλλεται σε στρατιωτικούς και συνίσταται στην απαγόρευση εξόδου από συγκεκριμένο χώρο.

Ετυμολογία

< μτγν. περιορισμός [= χάραξη ορίων].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «περιορισμός», σ. 653. https://navalhistory.gr/lexiko/περιορισμοσ/