περιορισμός
ο, ουσ.
η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του περιορίζω [δες λ.]:
- η παρεμπόδιση της κίνησης, της ανάπτυξης, της προόδου, της επέκτασης, της παραγωγικότητας ή της καταναλωτικότητας κάποιου προσώπου
- στέρηση της ελευθερίας κάποιου προσώπου, φυλάκιση
- (ειδικότ.) ελαφριά πειθαρχική ποινή που επιβάλλεται σε στρατιωτικούς και συνίσταται στην απαγόρευση εξόδου από συγκεκριμένο χώρο.
Ετυμολογία
< μτγν. περιορισμός [= χάραξη ορίων].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «περιορισμός», σ. 653. https://navalhistory.gr/lexiko/περιορισμοσ/