navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › παλιοσίδερο

παλιοσίδερο

το, ουσ.

παλιό μεταλλικό αντικείμενο που προορίζεται για ανακύκλωση, συνών. σκραπ.

Ετυμολογία

< παλιό(ς) + σίδερο.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παλιοσίδερο», σ. 625. https://navalhistory.gr/lexiko/παλιοσιδερο/