παγοθάλαμος
ο, ουσ.
εσωτερικός χώρος, κατάλληλα κατασκευασμένος και μονωμένος, έτσι ώστε να μπορεί, με μηχανική υποστήριξη, να διατηρεί τρόφιμα σε χαμηλή θερμοκρασία.
Ετυμολογία
< πάγ(ος) -ο- + θάλαμος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παγοθάλαμος», σ. 621. https://navalhistory.gr/lexiko/παγοθαλαμοσ/