παγόβουνο
το, ουσ.

τεράστιος όγκος πάγου, που έχει αποσπασθεί από πολικό παγετώνα και ο οποίος μπορεί να επιπλέει λόγω του ότι είναι ελαφρύτερος από τον αντίστοιχο όγκο του νερού, η πλεύση του στους μεγάλους ωκεανούς αποτελεί συνεχή απειλή για την ναυσιπλοΐα, συνών. παγονησίδα.
Ετυμολογία
< πάγ(ος) -ο- + βουνό.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παγόβουνο», σ. 621. https://navalhistory.gr/lexiko/παγοβουνο/