ουδέτερος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που δεν ακολουθεί κανένα, που παραμένει αμέτοχος, (φρ.) «ουδέτερο πλοίο / λιμάνι», αυτό που ανήκει σε ουδέτερο κράτος
- αυτός που παραμένει αδρανής
- αμερόληπτος
- [ως ουσ.] α) αυτός που, στρατιωτικά, δεν ακολουθεί καμία από τις εμπόλεμες χώρες, β) (ηλεκτρολ.) το ένα από τα τρία καλώδια της ηλεκτρολογικής εγκατάστασης του σπιτιού μας [φάση {μαύρου χρώματος} – ουδέτερος {μπλε} – γείωση {πράσινο και κίτρινο}], γ) (γραμμ.) το γένος στο οποίο κατατάσσονται λέξεις που δεν ανήκουν ούτε στα αρσενικά ούτε στα θηλυκά.
Ετυμολογία
< < αρχ. οὐδέτερος [= ούτε ο ένας ούτε ο άλλος].
Επιρρήματα
ουδέτερα, ουδετέρως [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ουδέτερος», σ. 616. https://navalhistory.gr/lexiko/ουδετεροσ/