navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ο › ουδέτερος

ουδέτερος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που δεν ακολουθεί κανένα, που παραμένει αμέτοχος, (φρ.) «ουδέτερο πλοίο / λιμάνι», αυτό που ανήκει σε ουδέτερο κράτος
  2. αυτός που παραμένει αδρανής
  3. αμερόληπτος
  4. [ως ουσ.] α) αυτός που, στρατιωτικά, δεν ακολουθεί καμία από τις εμπόλεμες χώρες, β) (ηλεκτρολ.) το ένα από τα τρία καλώδια της ηλεκτρολογικής εγκατάστασης του σπιτιού μας [φάση {μαύρου χρώματος} – ουδέτερος {μπλε} – γείωση {πράσινο και κίτρινο}], γ) (γραμμ.) το γένος στο οποίο κατατάσσονται λέξεις που δεν ανήκουν ούτε στα αρσενικά ούτε στα θηλυκά.

Ετυμολογία

< < αρχ. οὐδέτερος [= ούτε ο ένας ούτε ο άλλος].

Επιρρήματα

ουδέτερα, ουδετέρως [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ουδέτερος», σ. 616. https://navalhistory.gr/lexiko/ουδετεροσ/