ουγκιά
Και: ουγγιά
η, ουσ.
- (φυσ.) α) μονάδα βάρους διαφόρων χωρών ίση με 28,35 γρ. υποδιαίρεση της λίβρας, β) διεθνές μέτρο βάρους πολύτιμων μετάλλων που αντιστοιχεί σε 31,103 γρ.
- (νομίσμ.) α) παλαιό ρωμαϊκό νόμισμα, β) νομισματική μονάδα στην Σικελία ως το 1865.
Ετυμολογία
< αρχ. οὐγκία.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ουγκιά, ή ουγγιά», σ. 616. https://navalhistory.gr/lexiko/ουγκια-η-ουγγια/