navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ο › οριζόντιος

οριζόντιος

-ια, -ιο, επίθ.

  1. αυτός που είναι παράλληλος προς τον ορίζοντα, που είναι παράλληλος προς την επιφάνεια του νερού, αντών. κατακόρυφος, κάθετος
  2. αυτός που δεν παρουσιάζει καθόλου κλίση
  3. (φρ.) «οριζόντια μετακίνηση / μηχανή / παράλλαξη / τομή / ιδιοκτησία / μέτρα», «οριζόντιο πηδάλιο / δοχείο διαστολής», «οριζόντιες συντεταγμένες».

Ετυμολογία

< ορίζοντας.

Παράγωγα

οριζοντιότητα, οριζοντίωση.

Επιρρήματα

οριζόντια, οριζοντίως [επίρρ.].

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οριζόντιος», σ. 612. https://navalhistory.gr/lexiko/οριζοντιοσ/