οριζόντιος
-ια, -ιο, επίθ.
- αυτός που είναι παράλληλος προς τον ορίζοντα, που είναι παράλληλος προς την επιφάνεια του νερού, αντών. κατακόρυφος, κάθετος
- αυτός που δεν παρουσιάζει καθόλου κλίση
- (φρ.) «οριζόντια μετακίνηση / μηχανή / παράλλαξη / τομή / ιδιοκτησία / μέτρα», «οριζόντιο πηδάλιο / δοχείο διαστολής», «οριζόντιες συντεταγμένες».
Ετυμολογία
< ορίζοντας.
Παράγωγα
οριζοντιότητα, οριζοντίωση.
Επιρρήματα
οριζόντια, οριζοντίως [επίρρ.].
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οριζόντιος», σ. 612. https://navalhistory.gr/lexiko/οριζοντιοσ/