οξυμετρία
η, ουσ.
προσδιορισμός της ποσότητας οξέος που περιέχεται σε κάποιο διάλυμα.
Ετυμολογία
< οξύ + μετρώ.
Παράγωγα
οξυμετρικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οξυμετρία», σ. 606. https://navalhistory.gr/lexiko/οξυμετρια/