navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ο › όνομα

όνομα

το, ουσ. [γεν. του ονόματος]

  1. λέξη που δηλώνει κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα
  2. ονομασία κάποιου συγκεκριμένου τόπου, τοπωνύμιο
  3. κάθε ουσιαστικό που δεν είναι κύριο αλλά προσηγορικό
  4. (φρ.) «οικογενειακό / πατρικό / βαφτιστικό / εθνικό / αντρικό / γυναικείο / χριστιανικό / εβραϊκό / μουσουλμανικό … όνομα».

Ετυμολογία

< αρχ. ὄνομα.

Σύνθετα

ονομάζω, ονοματίζω, ονοματικός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «όνομα», σ. 604. https://navalhistory.gr/lexiko/ονομα/