όνομα
το, ουσ. [γεν. του ονόματος]
- λέξη που δηλώνει κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα
- ονομασία κάποιου συγκεκριμένου τόπου, τοπωνύμιο
- κάθε ουσιαστικό που δεν είναι κύριο αλλά προσηγορικό
- (φρ.) «οικογενειακό / πατρικό / βαφτιστικό / εθνικό / αντρικό / γυναικείο / χριστιανικό / εβραϊκό / μουσουλμανικό … όνομα».
Ετυμολογία
< αρχ. ὄνομα.
Σύνθετα
ονομάζω, ονοματίζω, ονοματικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «όνομα», σ. 604. https://navalhistory.gr/lexiko/ονομα/