ονομάζω
ρ. [μετβ.]
- δίνω ένα όνομα σε κάποιον ή σε κάτι, έτσι ώστε να διακρίνεται από τα όμοιά του, ονοματίζω
- απονέμω σε κάποιον τίτλο
- αποκαλώ ή χαρακτηρίζω κάποιον
- αναφέρω ονομαστικά, κάνω μνεία.
Ετυμολογία
< αρχ. ὀνομάζω.
Σύνθετα
ὀνομαστί, ονομαστικά, ονομαστικώς, ονόμασμα, ονομασία, ονομαστός, ονομαστικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ονομάζω», σσ. 604-605. https://navalhistory.gr/lexiko/ονομαζω/