navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ο › οιακίζω

οιακίζω

ρ. [μετβ.]

  1. χειρίζομαι τον οίακα, το τιμόνι, συνών. πηδαλιουχώ, οιακοστροφώ
  2. (μτφ.) έχω το γκουβέρνο, κυβερνώ, διοικώ
  3. (κατ’ επέκτ.) δίνω μια γενική κατεύθυνση, καθοδηγώ.

Ετυμολογία

< αρχ. οἰακίζω < οἴαξ [δες λ. οίακας].

Παράγωγα

οιάκιση.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οιακίζω», σ. 598. https://navalhistory.gr/lexiko/οιακιζω/