ξύλο
το, ουσ.
- η σκληρή, ινώδης ύλη που βρίσκεται μέσα από τον φλοιό των δέντρων ή των θάμνων και η οποία συνθέτει τις ρίζες, τον κορμό και τα κλαδιά, (παροιμ.) «άνθρωπος αγράμματος ξύλο απελέκητο», άνθρωπος ανεκπαίδευτος, αμόρφωτος, «το στραβό το ξύλο η φωτιά το σιάζει», με αυστηρότητα και τιμωρίες αντιμετωπίζεται ο δύστροπος άνθρωπος, «το ξύλο βγήκε απ' τον Παράδεισο», ο ξυλοδαρμός ως μέσο σωφρονισμού, (φρ.) «επί ξύλου κρεμάμενος», «κτύπα ξύλο», «Τίμιο Ξύλο»
- τμήμα του δέντρου που χρησιμοποιείται για χρηστικές εργασίες
- [πληθ.] τα ξύλα, το καυσόξυλο
- η άσκηση βίας εναντίον ανθρώπου ή ζώου, το ξυλοκόπημα, (φρ.) «σπάω (κάποιον) στο ξύλο», τον δέρνω ανελέητα, «τρώω ξύλο», με δέρνουν «τρώω το ξύλο της χρονιάς μου», με δέρνουν ανελέητα, «πέφτει ξύλο», γίνεται συμπλοκή με ξυλοδαρμό, 4. (μτφ.) καθετί σκληρό και δύσκαμπτο.
Ετυμολογία
< αρχ. ξύλον.
Σύνθετα
αγριόξυλο, ασπρόξυλο, αφρόξυλο, βρομόξυλο, ελατόξυλο, κουρτινόξυλο, καυσόξυλο, κυπαρισσόξυλο, σκατόξυλο, μαγιόξυλο, μονόξυλο, πατόξυλο, σκουπόξυλο, σπιρτόξυλο, σύξυλος, τηλεγραφόξυλο, φουρνόξυλο, ξυλάγγουρο, ξυλάγκαθο, ξυλαποθήκη, ξυλαρμογή, ξυλέλαιο, ξυλεμπόριο, ξυλέμπορας, ξυλόβιδα, ξυλογλυπτική, ξυλογραφία, ξυλοδεσιά, ξυλοβιομηχανία, ξυλόγλυπτο, ξυλόκαρφο, ξυλοκόπος, ξυλοκοπώ, ξυλοκόπημα, ξυλομπογιά, ξυλογράφος, ξυλόδεσμος, ξυλοθραύστης, ξυλοκάρβουνο, ξυλουργός, ξυλόπνευμα, ξυλοπόδαρο, κωλόξυλο, ξυλόκοτα, ξυλομετρία, ξυλοπαγής, ξυλόπισσα, ξυλοπόδαρο, ξυλοσκεπή, ξυλόσπιτο, ξυλόστρωση, ξυλοσχίστης, ξυλοτομία, ξυλοστάτης, ξυλοφορτώνω, ξυλόφωνο, ξυλοχέρης.
Σημείωμα
Η ονοματολογία, των διαφόρων ειδών ξύλου, εφαρμόζει τη χρήση τριών ονομάτων. Έτσι κάθε ξύλο έχει τα εξής ονόματα: α) κοινό όνομα, β) εμπορικό όνομα, γ) βοτανικό όνομα. Σε ορισμένα είδη μπορεί να υπάρχει η ίδια κοινή και εμπορική ονομασία. Το βοτανικό όνομα είναι στη λατινική γλώσσα και καθορίζει την οικογένεια και το είδος του δέντρου από το οποίο προέρχεται το ξύλο, π.χ. Pinus sylvestris (δασική πεύκη), Pinus nigra (μαύρη πεύκη) κ.ο.κ.
Ορισμένα είδη εμπορεύσιμων ξύλων στην ελληνική αγορά: Δασική πεύκη - Pinus sylvestris Μαύρη πεύκη - Pinus nigra Έλατο - Abies / Ερυθρελάτη - Picea Ρόμπολο - Pinus leuco dermis Οξιά - Fagus sylvatica / Δρυς - Quercus Καστανιά - Castanea sativa Φράξος - Μέλιο Δεσποτάκι - Fraxinus Iroko, Kambala - Chlorophora excelsa Limba, Fraké - Terminalia superba Ayous, Samba, Obeche - Triplochiton scheroxylon Κυπαρίσσι - Cupressus sempervirens Ψευδοτσούγκα - Pseudotsuga menziensii Pitch Pine - Pinus / Λάρικα - Larix decidua Άρκευθος - Juniperus / Καρυδιά - Juglans regia Φλαμούρι - Tilia / Σφενδάμι - Acer Σημύδα - Betula / Ελιά - Olea europaea Πλατάνι - Platanus orientalis Ακακία - Robinia pseudoacacia Πουρνάρι - Quercus coccifera Κλήθρα -Alnus Ευκάλυπτος - Eucalyptus globulus Poplar - Liriodendron tulipifera Teak, τικ - Tectona grandis Azobé - Lophira alata Niangon - Tarrieta utilis Sapele - Entandrophragma cylindricum Aniegre ή Anigre - Aningeria
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ξύλο», σσ. 593-594. https://navalhistory.gr/lexiko/ξυλο/