ξυλεία
η, ουσ.
τα ξύλα που προέρχονται από υλοτόμηση και προορίζονται ως πρώτη ύλη για επεξεργασία ή κατεργασία προς όφελος του κοινωνικού συνόλου, (φρ.) «εμπόριο / αποθήκη / τιμοκατάλογος ξυλείας», «σουηδική / ελληνική / οικοδομική / δομική / ναυπηγική / εμποτισμένη / πλανισμένη / ακατέργαστη / πολυκολλητή / δικολλητή / σύνθετη / μασίφ / πριστή / ευρωπαϊκή / τροπική / εγχώρια / υποδομής / κατασκευαστική / βιομηχανική ξυλεία».
Ετυμολογία
< μτγν. ξυλεία.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ξυλεία», σ. 593. https://navalhistory.gr/lexiko/ξυλεια/