ξυλουργός
ο, ουσ.
(επάγγ.) τεχνίτης ειδικός στην κατεργασία ή επεξεργασία του ξύλου, συνών. μαραγκός, [λαϊκ.] πελεκάνος.
Ετυμολογία
< μτγν. ξυλουργός.
Παράγωγα
ξυλουργικός, ξυλουργώ, ξυλουργική, ξυλουργία.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ξυλουργός», σ. 594. https://navalhistory.gr/lexiko/ξυλουργοσ/