ξέω
ρ. [μετβ.]
- ξύνω
- λειαίνω επιφάνεια με ξύσιμο, με τριβή ή με κάποιο κοπτικό εργαλείο
- αποξέω, απαλείφω με ξύσιμο
- (μσν.-αρχ.) στιλβώνω, γυαλίζω
- (αρχ.) λαξεύω, σκαλίζω.
Ετυμολογία
< αρχ. ξέω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ξέω», σ. 592. https://navalhistory.gr/lexiko/ξεω/