navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ξ › ξέω

ξέω

ρ. [μετβ.]

  1. ξύνω
  2. λειαίνω επιφάνεια με ξύσιμο, με τριβή ή με κάποιο κοπτικό εργαλείο
  3. αποξέω, απαλείφω με ξύσιμο
  4. (μσν.-αρχ.) στιλβώνω, γυαλίζω
  5. (αρχ.) λαξεύω, σκαλίζω.

Ετυμολογία

< αρχ. ξέω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ξέω», σ. 592. https://navalhistory.gr/lexiko/ξεω/