navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ξ › ξεχωρίζω

ξεχωρίζω

ρ.

  1. [μετβ.] τοποθετώ κάτι σε διαφορετικό σημείο από εκεί όπου πρώτα το είχα, ανάμεσα σε άλλα αντικείμενα ή εντός άλλου αντικείμενου, αποχωρίζω, - τοποθετώ πράγματα σε απόσταση
  2. προτιμώ, κάνω διάκριση
  3. διακρίνω
  4. διακρίνομαι καθαρά
  5. διαφέρω από άλλους λόγω των επιδόσεων μου, διακρίνομαι.

Ετυμολογία

< ξε- [πρόθημα] + ( ἐκ-) χωρίζω.

Παράγωγα

ξεχώρισμα, ξεχωριστός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ξεχωρίζω», σ. 592. https://navalhistory.gr/lexiko/ξεχωριζω/