ξεχωρίζω
ρ.
- [μετβ.] τοποθετώ κάτι σε διαφορετικό σημείο από εκεί όπου πρώτα το είχα, ανάμεσα σε άλλα αντικείμενα ή εντός άλλου αντικείμενου, αποχωρίζω, - τοποθετώ πράγματα σε απόσταση
- προτιμώ, κάνω διάκριση
- διακρίνω
- διακρίνομαι καθαρά
- διαφέρω από άλλους λόγω των επιδόσεων μου, διακρίνομαι.
Ετυμολογία
< ξε- [πρόθημα] + ( ἐκ-) χωρίζω.
Παράγωγα
ξεχώρισμα, ξεχωριστός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ξεχωρίζω», σ. 592. https://navalhistory.gr/lexiko/ξεχωριζω/