ξένα
τα, ουσ. [πληθ.]
- η ξενιτιά, η ξένη χώρα, το εξωτερικό
- η ξένη περιουσία
- οι ξένες υποθέσεις.
Ετυμολογία
< επίθ. ξένος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ξένα», σ. 590. https://navalhistory.gr/lexiko/ξενα/